Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

3 Δεκέμβρη 1944 "Μια μεθοδευμένη σφαγή"




"Στη διαδήλωση στις 3 του Δεκέμβρη η εντολή ήταν να ανεβούμε όλοι άοπλοι.Εκτός από τον γραμματέα της κάθε ΚΟΒ.Δουλέψαμε εντατικά και στις οκτώ το πρωί,όταν σταματήσαμε στου Φιξ για να δούμε τη συμμετοχή της συνοικίας μας,μείναμε ικανοποιημένοι.Η ουρά έφτανε ως τον Άγιο Σώστη.Εκεί οι Καλλιθιώτες έκαναν την εξυπνάδα να μας προσπεράσουν.Το πλήρωσαν όμως ακριβά.Γιατί βρέθηκαν μπροστά από μας στην πλατεία Συντάγματος και δέχτηκαν πάνω τους όλα τα πυρά.Εβδομήντα τόσοι νεκροί,χώρια οι εκατοντάδες τραυματίες.Εμείς εκείνη την ώρα ήμαστε στο ύψος της πόρτας του Εθνικού Κήπου.Πέσαμε όλοι κάτω.Υποχωρήσαμε ως το Ζάππειο.Εκεί ανασυνταχτήκαμε.Δεν ξέρω πώς βρέθηκα με μια γαλανόλευκη στο χέρι.Προχωρούσαμε τώρα τρέχοντας προς το Σύνταγμα.Τα τανκς έριξαν και
πάλι.Όμως ,αυτή τη φορά λίγο πάνω απ΄τα κεφάλια μας.Είχε πούσι ,και μαζί με τους καπνούς από τα πυρά,δεν έβλεπες πάνω από είκοσι μέτρα.Ξεχώρισε η σιλουέτα του τανκς,που ήταν στη γωνία Αμαλίας και Όθωνος.Σε λίγο ,διέκρινα και τον Εγγλέζο οδηγό,που κάτι φώναζε γελώντας.Τότε είδα μπροστά μου τα πτώματα.Οι τραυματίες φώναζαν.Το αίμα,μια παλάμη,σε όλο το οδόστρωμα.Πως μου ΄ρθε να βουτήξω τη γαλανόλευκη στο αίμα.Όταν τη σήκωσα ,είχε παντού κοκκινίλες και έσταζε αίμα μαύρο.Δεν ξέρω,αλλά αυτή η εικόνα μας ηλέκτρισε.Στη στέγη της Βουλής,ανάμεσα στα κεραμίδια,οι δολοφόνοι της Ασφάλειας με τα καβουράκια τους.Θυμάμαι ότι αγκαλιάστηκα με μια ξανθιά επονίτισσα κι έναν τραυματία με πατερίτσες.Σχηματίσαμε μαζί με τη σημαία ένα παράξενο σύμπλεγμα και διασχίσαμε μόνοι μας όλη την απόσταση έως τη "Μεγάλη Βρετανία".Μπροστά μας-εκεί που τώρα βρίσκεται το ξενοδοχείο "Αστήρ"-ήταν το Αρχηγείο της Αστυνομίας.Πίσω από την τεράστια καγκελένια πόρτα στην αυλή,είχαν στήσει μυδράλια που μας σημάδευαν.Καθώς προχωρούσα,άκουσα μια γνωστή φωνή να μου λέει: "Μίκη,σταμάτα".Ήταν ο πατέρας μου,πλαγιασμένος κι αυτός μαζί με όλους τους άλλους ζωντανούς,νεκρούς και τραυματίες,στο πεζοδρόμιο,μπροστά από τα σκαλιά της πλατείας.Με παρακολουθούσε.Όμως καθώς η Καλλιθέα προηγήθηκε στου  Φιξ,παρασύρθηκε μαζί τους,με αποτέλεσμα να βρεθεί στο κέντρο της σφαγής.Τέλος,νικήσαμε.Ο λαός ξεχύθηκε από παντού.Πλατείες,δρόμοι,στενά πλημμύρισαν.Οι Εγγλέζοι ξαναρίχνουν απ΄τα τανκς μες στον κόσμο.Στην Όθωνος, με χτύπησαν και μ΄έριξαν πάνω στα δέντρα,μπροστά από τα δημόσια αποχωρητήρια.Ξεσκίστηκα από πάνω ως κάτω.Οργισμένος κατηφόριζα τη Συγγρού....."


Μίκης Θεοδωράκης "Οι δρόμοι του Αρχάγγελου"
Στη φωτο διακρίνεται ο Μίκης με τη σημαία.

Η Τούλα Μάρα -Μιχαλακέα η ξανθιά επονίτισσα,χρόνια αργότερα,αναφέρεται στο γεγονός:

"....Ήταν Κυριακή όταν ξεκινήσαμε με τα πόδια απο΄το Χαιδάρι για το Σύνταγμα...
Μες στον κόσμο χαθήκαμε με τους συντρόφους μου.Εγώ βρέθηκα έξω από το ξενοδοχείο KING GEORGE.Γεμάτο το Σύνταγμα ,η Φιλελλήνων,η Ερμού,η Πανεπιστημίου,η Σταδίου.Μια λαοθάλασσα,ειρηνική,άοπλη."
".....Όταν έφθασαν στο ύψος της πλατείας Συντάγματος,στο σταυρό των δρόμων,άρχισαν τα πολυβόλα να ρίχνουν στο ψαχνό.Τρομαγμένος ο κόσμος έκανε πίσω.Άδειασε ο δρόμος.Εγώ έμεινα ξαπλωμένη πίσω από μια κολόνα.Ήμουν κοντά στα γεγονότα.Έβλεπα τα πεσμένα κορμιά μαζί με τα πλακάτ και τις σημαίες.Ένας αιμάτινος σωρός.Πίσω έπεφταν κι άλλοι.Ανακατευόταν ο ήχος των πολυβόλων με τις φωνές των τραυματισμένων.Οι σφαίρες εξακολουθούσαν.Είχαμε βουβαθεί.Και ξαφνικά βλέπω ένα ξανθό αγόρι,με την καμπαρντίνα του να ανεμίζει και με μια μεγάλη γαλανόλευκη σημαία ,προχωρούσε πάνω στις σφαίρες.Χωρίς να το σκεφθώ,με ένα σάλτο βρέθηκα κοντά του και του πιασα το μπράτσο.Κάναμε μερικά βήματα.Οι σφαίρες έπεφταν γύρω μας.Κι ακούσαμε να μας ακολουθούν μυριάδες.Η τρομοκρατία είχε σπάσει.Με τους νεκρούς στα χέρια και τους λαβωμένους προχωρούσαμε προς τη "Μεγάλη Βρετανία".Ένας βουβός θυμός,μια φοβερή οργή μας πλημμύρισε.Με σφιγμένα τα χείλη,τις γροθιές σηκωμένες,το πλήθος όλο ένας άνθρωπος.Στη θέα μας, φοβισμένοι οι ξένοι έκλειναν τα παράθυρα του ξενοδοχείου.Ήμασταν ένας λαός ξεγελασμένος.'Εκανα πολλή ώρα να φθάσω στην οδό Όθωνος στα γραφεία του Κ.Κ.Ε.Εκεί ξανάδα τον ξανθό νέο ματωμένο.Μου είπε πως τον λέγανε Μίκη Θεοδωράκη.."

Από το βιβλίο "Μέρες του Δεκέμβρη"



ΠΗΓΗ: Σπίθα Θεσσαλονίκης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου